Διαταραχές της Διατροφής

Ψυχογενή Ανορεξία

Οι Baker και Nash (1987) and Nash και Baker (1993) χρησιμοποίησαν την ύπνωση σε άτομα με ψυχογενή ανορεξία για να τα βοηθήσουν να ενισχύσουν τον αυτο-έλεγχό τους και την αίσθηση ασφάλειας και ικανότητας. Οι τεχνικές εισαγωγής στην ύπνωση (induction techniques) ήταν δομημένες και πιο ελεύθερες και χαλαρές (permissive). Οι υπνωτικές παρεμβάσεις είχαν ειδικά σχεδιασθεί για να ενισχύσουν την προσωπική αίσθηση δύναμης των ασθενών, να αυξήσουν την ικανότητα για αυτόνομη λειτουργικότητα, να ενισχύσουν την «θεραπευτική συμμαχία» (καλή σχέση) μεταξύ ασθενών και θεραπευτών, να παράσχουν υποστήριξη του εγώ που οδηγεί στην ανάπτυξη ικανότητας για έλεγχο (mastery) και προσδοκίες για επιτυχία. Τεχνικές ύπνωσης χρησιμοποιήθηκαν επίσης για να διορθωθούν οι διαταραχές εικόνας σώματος των ασθενών, η διόρθωση των οποίων συνδέεται στενά με την ολοκλήρωση (integration) ή κατάλληλη και ώριμη αίσθηση της προσωπικότητας. Η βελτίωσης της εικόνας σώματος και της γενικής ολοκλήρωσης της ταυτότητας οδήγησε στην ενίσχυση της γενικής ικανότητας των ασθενών για έλεγχο (mastery). Η θεραπευτική αυτή προσέγγιση χρησιμοποιήθηκε με επιτυχία σε 36 γυναίκες με ψυχογενή ανορεξία. Η μετέπειτα παρακολούθηση στους 5 και 12 μήνες έδειξε ότι 76% των ασθενών παρουσίασε ύφεση των συμπτωμάτων και ένα αποδεκτό, σταθεροποιημένο βάρος. Αντίθετα, από 38 γυναίκες που αντιμετωπίσθηκαν κατά τον ίδιο τρόπο χωρίς όμως την χρήση της ύπνωσης, μόνο 53% είχαν το ίδιο επίπεδο ύφεσης των συμπτωμάτων και σταθεροποιημένο αποδεκτό βάρος. Η επικουρική χρήση της ύπνωσης στο πλαίσιο της ψυχοθεραπευτικής αντιμετώπισης των ασθενών με ψυχογενή ανορεξία ήταν ωφέλιμη.

Η Hornyak (1996) παρουσίασε λεπτομερώς μια περίπτωση ψυχογενούς ανορεξίας της οποίας η θεραπεία στην οποία χρησιμοποιήθηκε η ύπνωση διήρκεσε 20 μήνες. Σε διάφορα στάδια της θεραπείας, η υπνοθεραπεία εστιάστηκε στην αυτο-ρύθμιση (self-regulation), χαλάρωση για απόκτηση ελέγχου (mastery) καταστάσεων στρες, αναγνώριση συναισθημάτων (affect identification) και αντιμετώπιση των συμπτωμάτων, ενδυνάμωση του εγώ (ego-strengthening), χρήση μεταφορών σχετικών με τα διάφορα μέρη του εγώ ("parts metaphors") που βασίζονται στην θεωρία των «καταστάσεων του εγώ» ("ego-state theory"), υπνωτικές παρεμβάσεις για την καταπιεσμένη (frustrated) κατάσταση του εγώ και θέματα αυτονομίας και αποχωρισμού. Υπνωτικές παρεμβάσεις χρησιμοποιήθηκαν επίσης για ενίσχυση της εμπειρίας του αποχωρισμού καθώς και για ασκήσεις νοερής απεικόνισης, εσωτερίκευσης και ολοκλήρωσης. Σύμφωνα με την Hornyak «οι υπνωτικές παρεμβάσεις μπορούν να ενδυναμώσουν την δομή του ατόμου παρέχοντας τις αναγκαίες εμπειρίες του εαυτού μέσα στο πλαίσιο μιας υποστηρικτικής σχέσης» (σελ. 70). Τρία χρόνια μετά την θεραπεία η ασθενής ανέφερε συνεχιζόμενη βελτίωση και, αν και σε κάποιο χρονικό σημείο έχασε 2.5 κιλά, έβαλε πάλι τα κιλά της.

Η Barabasz (2000) χρησιμοποίησε υπνωτικές τεχνικές ολοκλήρωσης/επιβεβαιωτικής επανάληψης (integration/replication) για την αντιμετώπιση μιας γυναίκας με ψυχογενή ανορεξία με διαταραχή εικόνας σώματος. Baker EL & Nash MR (1987). Applications of hypnosis in the treatment of anorexia nervosa. American Journal of Clinical Hypnosis, 29, 185-193.

Barabasz M (2000). Hypnosis in the treatment of eating disorders. In L. M. Hornyak & JP Green (Eds), The use of hypnosis in women's health care. Washington DC: American Psychological Association

Hornyak LM (1996) Hypnosis in the treatment of anorexia nervosa. In SJ Lynn, I Kirsch and JW Rhue (Eds), Casebook of clinical hypnosis (pp 51-73). Washington, DC: American Psychological Association.

Nash MR & Baker EL (1993). Hypnosis in the treatment of anorexia nervosa. In JW Rue, SJ Lynn & I Kirsch (Eds), Handbook of clinical hypnosis (pp. 383-394). Washington, DC: American Psychological Association.


Ψυχογενής Βουλιμία

Ο Griffiths (1995) αντιμετώπισε ασθενείς που έπασχαν από ψυχογενή βουλιμία με συμπεριφοριστική θεραπεία (behavioral therapy) 4 εβδομάδων που επικεντρώνονταν στην αυτό-παρακολούθηση (self-monitoring) για να δημιουργηθούν υγιείς συμπεριφορές διατροφής, ακολουθούμενες από 4 εβδομάδες υπνοθεραπείας με στόχο την ενίσχυση του αυτο-ελέγχου επεισοδίων υπερφαγίας και εμετών. Υπήρξε μια σημαντική μείωση της υπερφαγίας και των εμετών που μετρήθηκε στις 6 εβδομάδες και στα δύο χρόνια. Οκτώ από τους 14 (57%) συμμετέχοντες στην μελέτη σταμάτησαν την υπερφαγία και 10 από τους 14 (71%) δεν έκαναν εμετό 3 μήνες πριν από το τέλος της διετούς παρακολούθησης. Τα αποτελέσματα αυτά δείχνουν ότι η επικουρική χρήση της αυτο-ύπνωσης μετά από την συμπεριφοριστική θεραπεία μπορεί να βοηθάει τους ασθενείς να διατηρούν την πρόοδό τους.

Η προσθήκη της ύπνωσης στην Γνωσιακή Συμπεριφοριστική Θεραπεία (ΓΣΘ) βοήθησε σημαντικά στην μείωση των επεισοδίων υπερφαγίας και εμετών σε σύγκριση με τους ασθενείς που αντιμετωπίστηκαν με μόνο ΓΣΘ (Barga & Barabasz (in press). Οι υπνωτικές συστάσεις (suggestions) βασίστηκαν στην δουλειά της Barabasz (1990) που αφορούσε μετα-υπνωτικές συστάσεις (post-hypnotic suggestions) για την δημιουργία συνειδητοποίησης των ασθενών με ψυχογενή βουλιμία που περιελάμβαναν (α) εκλυτικούς παράγοντες που προκαλούσαν τα άτομα να φάνε και να κάνουν εμετό, (β) αρνητικές συνέπειες υπερφαγίας/εμετών και οφέλη αποφυγής υπερφαγίας/εμετών, (γ) τον έλεγχο και επιλογή του ατόμου στην πολυφαγία και εμετούς και (δ) τον λογικό τρόπο σκέψης του ατόμου για το βάρος και σχήμα του σώματός του. Οι συμμετέχοντες στην μελέτη έκαναν την προσωπική τους αυτό-ύπνωση χρησιμοποιώντας τις συστάσεις (suggestions) αυτές τουλάχιστον μια φορά την ημέρα.
Στην ανασκόπηση τους για την αντιμετώπιση της ψυχογενούς βουλιμίας και παχυσαρκίας οι Maryelln Crowley and Anna Campion στο βιβλίο Essentials of Clinical Hypnosis: An Evidence-Based Approach, edited by Lynn and Kirsh (2006) περιέγραψαν πώς η ύπνωση μπορεί να χρησιμοποιηθεί επικουρικά με την Γνωσιακή-Συμπεριφοριστική ψυχοθεραπεία για την βουλιμία. Το θεραπευτικό τους πρωτόκολλο περιλαμβάνει τρία στάδια. Το πρώτο στάδιο περιλαμβάνει 10 συνεδρίες στις οποίες εκτός από την εκπαίδευση, ανάπτυξη εναλλακτικών μεθόδων ελέγχου του βάρους και εκμάθηση τεχνικών αυτο-παρακολούθησης (self-monitoring), η ύπνωση μπορεί να χρησιμοποιηθεί με την μορφή των μετα-υπνωτικών συστάσεων (posthypnotic suggestions) για αυτο-παρακολούθηση δυσλειτουργικών συμπεριφορών και τον εστιασμό του οφέλους της αλλαγής. Η ύπνωση μπορεί επίσης να βοηθήσει τα άτομα να προσανατολιστούν στις διαπροσωπικές τους σχέσεις και να εστιάζουν λιγότερο στο φαγητό και στην διατροφική συμπεριφορά. Το δεύτερο στάδιο αποτελείται από 8 συνεδρίες που εστιάζονται στην γνωσιακή αναδόμηση της ρίζας του προβλήματος, που πολλές φορές είναι η υπερβολική δίαιτα. Η ύπνωση χρησιμοποιείται για να βοηθηθούν οι ασθενείς να ξαναρχίσουν να τρώνε βαθμιαία απαγορευμένες τροφές, ελέγχοντας την ποσότητα. Το τρίτο στάδιο προσανατολίζεται στο να βοηθήσει τους ασθενείς να έχουν ρεαλιστικές προσδοκίες και να αναπτύξουν σχέδια αντιμετώπισης της έντονης επιθυμίας για βουλιμικά επεισόδια και εμετούς. Έτσι η ύπνωση μπορεί να αποτελέσει μια πολύτιμη επικουρική μέθοδο στην Συμπεριφοριστική και Γνωσιακή θεραπεία της βουλιμίας.

Barabasz, M (1990) Treatment of bulimia with hypnosis involving awareness and control in clients with high dissociative capacity. International Journal of Psychosomatics, 37, 53-56.

Barga, J & Barabasz, M (in press). Effects of Hypnosis as an adjunct to Cognitive-Behavior therapy in the treatment of Bulimia. International Journal of Clinical and Experimental Hypnosis. In Barabasz, M (2007) Efficacy of hypnotherapy in the treatment of Eating Disorders. International Journal of Clinical and Experimental Hypnosis, 55(3):318-335.

Griffifths, RA. (1995) Two-year follow-up findings of hypnobehavioral treatment for bulimia nervosa. Australian Journal of Clinical and Experimental Hypnosis, 23 (2), 135-144.

Lynn SJ & Kirsch I (2006) Essentials of clinical Hypnosis: An evidence-based approach. Washington, D.C.: American Psychological Association.


Παχυσαρκία

Οι Bolocofsky, Spinle and Couthard-Morris (1985) σύγκριναν την αποτελεσματικότητα της συμπεριφοριστικής θεραπείας και της συμπεριφοριστικής θεραπείας + ύπνωση στην απώλεια βάρους. Η ύπνωση περιελάμβανε προοδευτική χαλάρωση και συστάσεις (suggestions) σχετικές με τους κανόνες του προγράμματος. Η ομάδα που αντιμετωπίστηκε με συμπεριφοριστική θεραπεία σε συνδυασμό με ύπνωση παρουσίασε σημαντική επιπρόσθετη απώλεια βάρους στην παρακολούθηση στους 8 μήνες και 2 χρόνια . Σύμφωνα με τους ερευνητές «η ύπνωση μπορεί να κινητοποίησε τις δυνάμεις των ατόμων για συνέχιση της χρήσης περισσότερο προσαρμοστικών συμπεριφορών διατροφής που αποκτήθηκαν κατά την διάρκεια της θεραπείας» (σελ.40).

Οι Barabasz and Spiegel (1989) αντιμετώπισαν 61 παχύσαρκους ασθενείς που τους μοίρασαν σε τρεις ομάδες. Η πρώτη ομάδα (n=14) αντιμετωπίστηκε με μια συμπεριφοριστική μέθοδο αυτο-θεραπείας απώλειας βάρους. Η δεύτερη ομάδα (n=16) αντιμετωπίστηκε με την ίδια συμπεριφοριστική μέθοδο και ύπνωση με συστάσεις απώλειας βάρους και αυτό-ύπνωση σύμφωνα με τους H. Spiegel and Spiegel (1978) (σελ.220-223). Η τρίτη ομάδα (n=15) αντιμετωπίστηκε με την ίδια θεραπεία με την δεύτερη ομάδα αλλά οι υπνωτικές συστάσεις εστιάζονταν στην αποστροφή συγκεκριμένων τροφών υψηλής θερμιδικής αξίας που έτρωγαν συχνά οι ασθενείς. Τα άτομα της τρίτης ομάδας που έκαναν ύπνωση εστιασμένη στην αποστροφή συγκεκριμένων τροφών έχασαν περισσότερο βάρος από τα άτομα που έκαναν αποκλειστικά συμπεριφοριστική θεραπεία. Οι συγγραφείς εξήγησαν ότι οι συμμετέχοντες «πήραν οδηγίες να επαναπροσδιορίσουν τους στόχους τους όχι σε σχέση με την καταπολέμηση της επιθυμίας τους να καταναλώσουν συγκεκριμένα φαγητά αλλά μάλλον σε σχέση κυρίως με την επιθυμία τους να προστατέψουν τα σώματά τους από το δηλητήριο της υπερφαγίας και να τρώνε σεβόμενοι το σώμα τους» (Barabasz & Spiegel, 1989, p.339).

Ο Kirch (1996) έκανε μια μετα-ανάλυση για τις επιπτώσεις της χρήσης της ύπνωσης επικουρικά της γνωσιακής-συμπεριφοριστικής θεραπείας της παχυσαρκίας. Η ανάλυσή του συμπέρανε ότι «η προσθήκη της ύπνωσης φαίνεται να έχει σημαντική και ουσιαστική επίδραση στο αποτέλεσμα της γνωσιακής-συμπεριφοριστικής θεραπείας της παχυσαρκίας και η θετική αυτή επίδραση αυξάνει με την πάροδο του χρόνου» (σελ.519).

Barabasz M & Spiegel D (1989). Hypnotizability and weight loss in obese subjects. International Journal of Eating Disorders, 8(3), 335-341.

Bolocofsky DN, Spinler D & Coulthard-Morris L (1985). Effectiveness of hypnosis as an adjunct to behavioral weight management. Journal of Clinical Psychology, 41, 35-41.

Kirsch I (1996). Hypnotic enhancement of cognitive-behavioral weight loss treatments-Another meta-reanalysis. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 64, 317-319.

Spiegel H & Spiegel D (1978). Trance and treatment: Clinical uses of hypnosis. New York: Basic Books.


Θα ακολουθήσουν ερευνητικές εργασίες για την αποτελεσματικότητα της ύπνωσης και για άλλες παθήσεις.