Τι είναι το Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου;

Το ευερέθιστο έντερο είναι μια από τις πιο συχνές λειτουργικές διαταραχές του γαστροεντερικού συστήματος.

Είναι λειτουργική διαταραχή γιατί, ενώ το άτομο υποφέρει από γαστροεντερικά συμπτώματα, δεν παρατηρούνται βλάβες στο εντερικό σύστημα. Το σύνδρομο χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενα επεισόδια κοιλιακού πόνου, κοιλιακής διάτασης δυσφορία, διάρροια ή δυσκοιλιότητα.

Η διάγνωση του συνδρόμου γίνεται αποκλειστικά από ειδικό ιατρό, παθολόγο ή γαστρεντερολόγο.

Ψυχολογική αντιμετώπιση του Συνδρόμου Ευερέθιστου Εντέρου

Εκτός από την προτεινόμενη από τον ειδικό γαστρεντερολόγο φαρμακευτική αγωγή, σημαντική είναι η ψυχολογική αντιμετώπιση του συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου.

Το ποσοστό άγχους και δυσθυμίας είναι υψηλό σε άτομα που πάσχουν από το σύνδρομο και ζητούν ιατρική βοήθεια. Τα στρεσσογόνα γεγονότα μερικές φορές χειροτερεύουν τα συμπτώματα.

Οι ψυχολογικοί παράγοντες επιδεινώνουν και παρατείνουν τα συμπτώματα του ευερέθιστου εντέρου.

Ύπνωση/Υπνοθεραπεία: Μια ψυχολογική αντιμετώπιση του Συνδρόμου Ευερέθιστου Εντέρου

Η ύπνωση αποτελεί μια από τις ψυχολογικές μεθόδους αντιμετώπισης του Συνδρόμου Ευερέθιστου Εντέρου.

Χρησιμοποιείται μόνη της ή σε συνδυασμό με την φαρμακευτική αγωγή του ειδικού ιατρού. Το ποσοστό επιτυχίας της μεθόδου είναι 80% και βοηθάει και άτομα που δεν βρήκαν ανακούφιση με τις συνήθεις μεθόδους αντιμετώπισης (Whorwell et all, 1984, 1987. Palsson et al. 1997, 2000).

Η υπνοθεραπεία είναι μια εύκολη, άνετη, χαλαρωτική και απολαυστική θεραπεία. Χρησιμοποιεί τις ανακουφιστικές και ικανότητες του μυαλού του ίδιου του ατόμου και δεν έχει καμία παρενέργεια. Η υπνοθεραπεία συνήθως αντιμετωπίζει και άλλα συμπτώματα που μπορεί να έχει το άτομο όπως το άγχος. Τα ευεργετικά αποτελέσματα της υπνοθεραπείας διαρκούν για πολύ καιρό μετά το τέλος της θεραπείας.

Η πρώτη σημαντική επιστημονική εργασία της χρήσης της ύπνωσης στην αντιμετώπιση του συνδρόμου ευερέθιστου εντέρου έγινε από τον P.J. Whorwell, του Νοσοκομείου του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ στην Αγγλία το 1984. Η τεχνική τροποποιήθηκε από τον Δρ. Olafur S. Palsson, PsyD, Διευθυντή της Κλινικής Συμπεριφορικής Ιατρικής (Βehavioral Μedicine) της Ιατρικής Σχολής της Ανατολικής Βιργινίας στις Η.Π.Α. το 1997 και εφαρμόστηκε και από άλλους επιστήμονες. (Whorwell et al 1984, Whorwell et al 1987, Harvey et al 1989, Prior et al 1990, Houghton et al 1996, Koutsomanis 1997, Houghton et al 1999, Palson et al 1997, Galovski et al 1998, Vidakovic et al 1999, Gonsalcorale et al 1999, Palsson et al 2000)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Whorwell PJ, Prior A, Faragher EB (1984). Controlled trial of hypnotherapy in the treatment of severe refractory irritable-bowel syndrome. The Lancet, 2:1232-4.

Whorwell PJ, Prior A, Colgan SM (1987). Hypnotherapy in severe irritable bowel syndrome: further experience. Gut, 28:4, 423-5.

Palsson OS, Burnett CK, Meyer K, Whitehead WE. Hypnosis treatment for irritable bowel syndrome. Effects of symptoms, pain threshold and muscle tone. Gastroenterology, 112: A803.

Τι είναι Ύπνωση και Υπνοθεραπεία

Η υπνοθεραπεία είναι μια ψυχοθεραπευτική θεραπεία με την οποία ο θεραπευτής χρησιμοποιεί την ύπνωση για να βοηθήσει τον θεραπευόμενο να αυτο-υπνωτιστεί για να αλλάξει συναισθήματα, αντιλήψεις, σκέψεις και συμπεριφορά. Η ύπνωση δεν είναι μια μορφή ύπνου. Είναι μια νοητική κατάσταση στην οποία το άτομο είναι σε θέση να εφαρμόζει τις συστάσεις και παροτρύνσεις που του γίνονται καταστέλλοντας τις δυνάμεις της συνειδητής κριτικής.

Η ύπνωση είναι μια ψυχοφυσιολογική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από αυξημένη υποβολιμότητα (δυνατότητα του ατόμου να είναι πιο δεκτικό σε παροτρύνσεις) και πιστεύεται ότι είναι μια μεταβλημένη κατάσταση της συνείδησης ή μια φυσιολογική κατάσταση έντονης εστίασης της προσοχής και της αντίληψης.



Η ύπνωση είναι πάντα αυτοϋπνωση. Ο εξειδικευμένος στη ύπνωση θεραπευτής βοηθάει το άτομο να μάθει την τεχνική της ύπνωσης αλλά τον έλεγχο έχει πάντα ο θεραπευόμενος. Η ύπνωση αρχίζει με την εισαγωγή στην ύπνωση με τεχνικές χαλάρωσης. Όταν ο θεραπευτής κρίνει ότι το άτομο βρίσκεται σε βαθιά ύπνωση χρησιμοποιώντας διάφορες τεχνικές, τότε χρησιμοποιεί υποβολές οι οποίες είναι παροτρύνσεις, οδηγίες ή συστάσεις προς τον ασυνείδητο νου και το σώμα που δεν διατάζουν και ούτε κατευθύνουν το άτομο αλλά του προτείνουν ότι θα μπορούσε να βιώσει μια διαφορετική εμπειρία, χρησιμοποιώντας στοιχεία από τις ίδιες τις εμπειρίες του ατόμου. Μερικά άτομα έχουν μεγαλύτερη ικανότητα υπνωτικής υποβολιμότητας και υπνωτικής απαντητικότητας από άλλους. Όλοι όμως οι άνθρωποι μπορούν να ωφεληθούν από την ειδική εφαρμογή της ύπνωσης για την αντιμετώπιση του ευερέθιστου εντέρου.

Οι περισσότεροι άνθρωποι αναφέρουν ότι η ύπνωση είναι μια ευχάριστη εμπειρία ηρεμίας και χαλάρωσης. Η ύπνωση επιτρέπει στον θεραπευόμενο να βιώσει σκέψεις και εικόνες σαν να είναι πραγματικές. Τα άτομα που κάνουν υπνοθεραπεία δεν χάνουν τον έλεγχο της συμπεριφοράς τους κατά την διάρκεια της ύπνωσης. Έχουν πλήρη επίγνωση της ταυτότητάς των και του χώρου που βρίσκονται και θυμούνται τα πάντα, εκτός από την περίπτωση που η αμνησία είναι στόχος της θεραπείας.

Η ύπνωση βοηθάει το άτομο να υποβληθεί σε αλλαγές που προτείνονται από τον θεραπευτή αλλά δεν υποχρεώνει τον θεραπευόμενο να δεχτεί αυτές τις αλλαγές αν δεν το επιθυμεί. Οι υπνωτιζόμενοι αναφέρουν αλλαγές στο τρόπο με τον οποίο αισθάνονται, σκέφτονται και συμπεριφέρονται και οι αλλαγές αυτές οφείλονται στην υπνωτική υποβολιμότητα και απαντητικότητα του θεραπευόμενου.

Αν και το άτομο που βρίσκεται σε ύπνωση είναι χαλαρωμένο, στην πραγματικότητα εστιάζει με μεγάλη προσοχή στα λόγια του θεραπευτή. Με την ύπνωση μειώνεται η προσοχή σε όλα τα άλλα ερεθίσματα και εστιάζεται σε αυτό που έχει θεραπευτική αξία. Η ύπνωση επιτρέπει στα άτομα μέσω μιας εσωτερικής εμβύθισης, συγκέντρωσης και εστιασμένης προσοχής να κάνουν καλύτερη χρήση του δυναμικού τους και του αυτοελέγχου τους.

Βασικά στοιχεία της ύπνωσης είναι η χρήση της φαντασίας και η ανάπτυξη της ικανότητας του θεραπευομένου για καθοδηγούμενη νοερή απεικόνιση, οι υποβολές που είναι προτάσεις ή παροτρύνσεις του θεραπευτή προς τον θεραπευόμενο , η διερεύνηση του υποσυνείδητου για την καλύτερη κατανόηση των υποκείμενων κινήτρων ή αναγνώριση γεγονότων του παρελθόντος ή εμπειριών που έχουν σχέση με το πρόβλημα ή τα συμπτώματα του ατόμου και η χρήση των μεταϋπνωτικών υποβολών που είναι συστάσεις για συνέχιση των αλλαγών μετά την λήξη της υπνωτικής εμπειρίας.

Παράγοντες επιτυχίας της υπνοθεραπείας είναι η επιθυμία του ατόμου να κάνει υπνοθεραπεία, η εμπιστοσύνη του στον θεραπευτή, η ικανότητα του ατόμου να χαλαρώσει, να εστιάσει την σκέψη του και να συγκεντρωθεί και η ικανότητα του θεραπευτή.

Η ύπνωση βοηθάει το άτομο να αποκτήσει μεγαλύτερο έλεγχο για το σώμα του και τη ζωή του, να ελέγξει συμπτώματα που του φαίνονται ανεξέλεγκτα ανακαλύπτοντας εσωτερικές του δυνάμεις, να κόψει ανεπιθύμητες ή βλαβερές συνήθειες, να αυξήσει την αυτοσυγκέντρωσή του και την αυτοπεποίθησή του, να βελτιώσει τις επαγγελματικές του ικανότητες και να είναι πιο αποτελεσματικό στους στόχους.

Η υπνοθεραπεία χρησιμοποιείται σαν μια επιπρόσθετη ή επικουρική θεραπεία μιας ήδη χρησιμοποιούμενης αποδεκτής ψυχολογικής ή ιατρικής θεραπείας που ασκείται μόνο από επιστήμονες ψυχικής υγείας οι οποίοι έχουν την κατάλληλη εκπαίδευση να αντιμετωπίσουν μια πάθηση φαρμακευτικά ή ψυχοθεραπευτικά και χρησιμοποιούν την ύπνωση για μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα ή ενίσχυση των ιατρικών ή ψυχοθεραπευτικών μεθόδων.

Η ύπνωση θεωρείται εγκεκριμένη μέθοδος θεραπείας από τον Βρετανικό Ιατρικό Σύλλογο από το 1955 και από τον Αμερικανικό Ιατρικό Σύλλογο από το 1958.